αλιεία

Πλουτοπαραγωγικός πόρος μιας χώρας που προέρχεται από τη συλλογή και την εμπορία ψαριών. Δραστηριότητα του ανθρώπου που αποβλέπει στη θήρα ψαριών και άλλων ειδών που ζουν μέσα στα νερά. Η δραστηριότητα αυτή είναι πανάρχαια –μόνη προγενέστερή της είναι η συλλογή τροφών– και για πολλές χιλιετίες ασκήθηκε ταυτόχρονα με το μεταγενέστερό της κυνήγι. Η α., αν και συνεχίζει να εξυπηρετεί στην εξασφάλιση τροφής για τον άνθρωπο, έχει επιπλέον αναπτυχθεί σε ερασιτεχνική και αθλητική δραστηριότητα. Η επαγγελματική α. ασκείται κυρίως με δίχτυα διαφόρων τύπων και προορισμού και κατά δεύτερο λόγο με αγκίστρια και ειδικά νήματα (ορμιές) από την ξηρά ή με βάρκες, πλοιάρια και πλοία. Στην αθλητική α. χρησιμοποιούνται κυρίως νήματα και αγκίστρια διαφόρων κατηγοριών και κατά δεύτερο λόγο δίχτυα περιορισμένης ενέργειας. ερασιτεχνική και αθλητική αλιεία.Το ψάρεμα με αρμίδι, ανάλογα με τις μορφές που ασκείται, χαρακτηρίζει την ερασιτεχνική και αθλητική α. στη θάλασσα ή στα εσωτερικά ύδατα (λίμνες, ποτάμια). Στο τέλος της παλαιολιθικής περιόδου το ψάρεμα γίνεται με όπλα σε σχήμα σαΐτας, τα οποία δένονται στο κέντρο ορμιάς με πλεξίδες φυτικών ινών. Στη νεολιθική περίοδο εμφανίζονται τα πρώτα αγκίστρια με τη σημερινή μορφή τους, φτιαγμένα από πυριτόλιθο, κόκαλο ή ξύλο. Στην εποχή του σιδήρου χρησιμοποιούνται μεταλλικά αγκίστρια, σφυρηλατημένα, κατάλληλα για τη συγκεκριμένη χρήση. Το καλάμι αποτελεί μεταγενέστερη επινόηση και εμφανίστηκε πιθανότατα σε περιοχές με πολλούς βράχους, όπου το νήμα έπρεπε αναγκαστικά να κρατιέται κρεμασμένο σε μια ορισμένη απόσταση. Τα συστήματα α. με ορμιά παρουσιάζουν παραλλαγές και βελτιώνονται διαρκώς, ακόμα και μέχρι σήμερα. Αξιόλογη και σχετικά πρόσφατη καινοτομία είναι το σύστημα εξακόντισης, το οποίο επιτρέπει στον ψαρά να τοποθετεί ένα δόλωμα σε σημαντική απόσταση ή να το τραβά πίσω αφού το πετάξει μακριά, ώστε να δημιουργεί ιδιαίτερες εντυπώσεις που κάνουν το δόλωμα πιο ελκυστικό για το ψάρι. Τα διάφορα όμως, ψαρέματα βάθους, αν εξαιρέσουμε τις τελειοποιήσεις που επιτρέπει η σύγχρονη τεχνική κατασκευής των εργαλείων, παραμένουν γενικά τα ίδια, όπως και στις μακρινές εποχές της πρώτης εφαρμογής τους. Στη θάλασσα, η ερασιτεχνική α. γίνεται από βραχώδεις ακτές, από ακρογιαλιές ή και στο πέλαγος, με διάφορα συστήματα αρμιδιού. Από τις βραχώδεις ακτές ψαρεύονται με καλαμίδι κέφαλοι, σκορπιοί, σπάροι, σκαθάρια, πέρκες, τσιπούρες. Από τις ακρογιαλιές αλιεύονται με πεταχτάρι ή με γερά καλαμίδια, εφοδιασμένα με κουβαρίστρα (μουλινέ) όπου τυλίγεται το νήμα, λαβράκια, πέρκες, σαργοί, συναγρίδες κλπ. Τα αρμίδια αυτά έχουν βαρίδια από μολύβι (μολυβήθρες) και γερά αγκίστρια όπου προσαρμόζεται το δόλωμα, ανάλογα με την προτίμηση των διαφόρων ψαριών: ψαράκια για τα σαλάχια, τα λαβράκια, τις συναγρίδες, τους ροφούς, τα φαγκριά και τα μικρά σκυλόψαρα· σκουλήκια της λάσπης ή κολοβά ψαροσκούληκα για τις πέρκες και τους σαργούς· καραβίδες για τα λαβράκια· γαρίδες, σωλήνες, ακόμα και ζυμάρι που προσελκύει κέφαλους, σπάρους, μελανούρια, σάλπες κ.ά. Το βαρύ ψάρεμα από τις ακρογιαλιές είναι αρκετά διαδεδομένο στη Βόρεια Αμερική, στη νότια Αφρική και στην Αυστραλία. Σε όλο τον κόσμο είναι διαδεδομένο το παράκτιο ψάρεμα από βάρκα. Στην περίπτωση αυτή, ο ψαράς κρατά το νήμα στο χέρι του και το ψάρι πιάνεται στο αγκίστρι με τίναγμα του βραχίονα. Τέτοιο είναι και το γνωστότατο ψάρεμα με καθετή σε ρηχά ή βαθιά νερά, στις πέτρες, στα φύκια ή στην άμμο. Με καθετή πιάνονται κυρίως πέρκες, χάνοι, σκορπιοί (στις πέτρες), λιθρίνια, τσέρουλες, τσιπούρες, σπάροι, μουρμούρες, όλα κοντά στην ακτή. Χαρακτήρα πιο αθλητικό διαθέτει η α. ανοιχτής θάλασσας, που γίνεται από μικρά σκάφη με ισχυρό κινητήρα. Το αρμίδι στην περίπτωση αυτή αποτελείται από μονό συνθετικό νήμα ή από πλεχτό νήμα αρκετά ανθεκτικό, με αγκίστρι μάλλον μεγάλο (ανάλογα και με τα ψάρια που συχνάζουν στην περιοχή). Τα δολώματα που χρησιμοποιούνται είναι ψόφια ψάρια, τεχνητά ψάρια, τούφες από φτερά ή φούντες από άλλο υλικό. To νήμα είναι τυλιγμένο σε μια μικρή τροχαλία, στην οποία περιστρέφεται το μουλινέ, και είναι προσαρμοσμένο σε ένα πολύ γερό καλάμι. Στην α. αυτού του είδους το δόλωμα σέρνεται στην επιφάνεια με ταχύτητα όχι μεγαλύτερη των δέκα μιλίων, έτσι ώστε να δέχεται την επίθεση του ψαριού που το ακολουθεί. Με αυτή τη βαριά συρτή ή συρτή ύψους, πιάνονται κυρίως ξιφίες, τόνοι, ακόμα και σκυλόψαρα. Στην Ελλάδα είναι πολύ διαδεδομένη η ελαφριά συρτή ή συρτή αφρού, με την οποία ψαρεύονται παλαμίδες, λούτσοι, γοφάρια από βάρκα, καθώς και η συρτή βυθού, με την οποία ψαρεύονται κυρίως συναγρίδες, στήρες, ροφοί και σφυρίδες. Η ελαφριά συρτή γίνεται με γερό νήμα, λινό ή νάιλον, ή με υδραίικο σπάγκο καλά κερωμένο, και καταλήγει σε περίπου μιάμιση οργιά σύρμα, ικανό να κρατήσει βάρος και να μην κόβεται από τα δόντια του ψαριού. Δολώνει με ψεύτικο μεταλλικό ψαράκι, κουταλάκι ή φτερά γλάρου. Η συρτή βυθού έχει χρησιμοποιηθεί με 9-10 μολύβια και για δόλωμα έχει κι αυτή ψεύτικο ψαράκι. Σχετικό με το ψάρεμα με συρτή είναι και το ψάρεμα με τον πλάνο, ένα κυλινδρικό μολύβι μήκους έως μιας σπιθαμής, επινικελωμένο, με τέσσερις σαλαγκιές, τρία δηλαδή αγκίστρια δεμένα πλάτη με πλάτη και δεμένο σε γερό νήμα. Το ψάρεμα αυτό γίνεται χωρίς δόλωμα από βάρκα που προχωρεί αργά, ενώ ο ψαράς ανεβοκατεβάζει συνεχώς το εργαλείο. Από βάρκα που πλέει αργά γίνεται και το ψάρεμα με τσαπαρί, που μοιάζει με καθετή, αλλά ψαρεύει σαν συρτή και χρησιμοποιεί ως δόλωμα άσπρα φτερά γλάρου, καθώς και το ψάρεμα με ζόκα, εργαλείο όπου το αγκίστρι έχει προσαρμοστεί απευθείας σε μολυβήθρα με σχήμα ψαριού ή ψαροκεφαλής, τρυπημένη στη μία άκρη για να δένεται το νήμα. Με τη ζόκα πιάνονται μεγάλα ψάρια: στήρες, ροφοί, σφυρίδες. Στον κεντροαμερικανικό Ατλαντικό είναι πολύ διαδεδομένη και η α. με τη λεγόμενη μεγάλη συρτή. Στη Φλόριντα των ΗΠΑ το σπορ αυτό οργανώνεται από ξενοδοχεία, συλλόγους και ιδιώτες που θέτουν στη διάθεση των τουριστών-ερασιτεχνών ψαράδων σκάφη και εργαλεία. Συνηθισμένη λεία στην περιοχή αυτή είναι οι ξιφίες, οι κόκκινοι και οι άσπροι τόνοι. Το ψάρεμα αυτό γίνεται και στα ανοιχτά των ακτών της Μεσογείου για μικρούς τόνους. Μια πολύ συνηθισμένη μορφή ερασιτεχνικής α. στον τόπο μας είναι και το ψάρεμα με πεταχτάρι από τη στεριά ή πετονιά από βάρκα. Πρόκειται για πολύ απλά εργαλεία από μακρύ νήμα, συνήθως υδραίικο σπάγκο ή και λινό, κανάβινο ή συνθετικό, με μία ή δυο μολυβήθρες. Το πεταχτάρι δολώνεται με γαρίδα, ψαράκια, σκουλήκι, καραβίδα ή καλαμάρι (για νυχτερινό ψάρεμα) και με αυτό πιάνονται μουρμούρες, λαβράκια, σαργοί, σπάροι, τσιπούρες και τη νύχτα ροφοί, μεγάλα πετρόψαρα, μουγκριά. Τέλος, από τη στεριά γίνεται και το ψάρεμα με πεζόβολο, ένα στρογγυλό κομμάτι από δίχτυ με πολύ ψιλό μάτι, που έχει αρματωθεί γύρω-γύρω με πολλά μακρόστενα μολύβια, περασμένα σε σχοινί που συνδέεται με λεπτότερα σχοινάκια, τους στίγκους (στο κέντρο έχει κι άλλο σχοινί, που όταν το τραβήξει ο ψαράς σχηματίζει σακούλα στην οποία πιάνονται τα ψάρια). Το ψάρεμα αυτό γίνεται σε ρηχά νερά και απαιτεί μεγάλη επιδεξιότητα και δύναμη, γιατί υπάρχουν πεζόβολοι με διάμετρο ακόμα και τρία μέτρα. Από τα ψαρέματα με βάρκα ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει αυτό με παραγάδι, που αποτελείται από έναν χοντρό σπάγκο, τη μάνα, απ’ όπου κρέμονται τα παράμαλλα με 200-500 αγκίστρια, ανάλογα με το είδος του παραγαδιού. Τα παραγάδια διακρίνονται σε ψιλά (200-400 αγκίστρια, με δόλωμα καραβίδα, γαρίδα ή καλαμάρι), σκαθαρωτά (200-500 αγκίστρια, τα οποία είναι μεγαλύτερα, πιο χοντρός σπάγκος, με δόλωμα αθερίνα, γαύρο ή καλαμάρι), χοντρά (150-300 αγκίστρια από τα μεγαλύτερα) και σκυλοπαράγαδα (παράμαλλα από σύρμα, με δόλωμα μεγάλη παλαμίδα για σκυλόψαρα). Με παραγάδι, ιδιαίτερα το χοντρό, αλιεύονται σφυρίδες, ροφοί, μουγκριά, γαλέοι, μπακαλιάροι, σαλάχια και συναγρίδες. Τέλος, το ψάρεμα με πυροφάνι μοιάζει πιο πολύ με κυνήγι. Γίνεται με βάρκα τις σκοτεινές νύχτες με ήρεμη θάλασσα. Στην πλώρη της βάρκας προσαρμόζεται μια λάμπα, συνήθως ασετιλίνης (παλαιότερα έβαζαν σχάρα με ρετσίνι και αναμμένα δαδιά) που φωτίζει τον βυθό και προσελκύει τα ψάρια, τις σουπιές και τα χταπόδια. Ο καμακαδόρος χτυπά τα ψάρια με το καμάκι (το οποίο ποικίλλει ανάλογα με το ψάρι), ενώ ο κουπατζής κρατά τα κουπιά για να κινείται συνεχώς η βάρκα. Η α. ως αθλητική απασχόληση αναπτύσσεται κυρίως στα εσωτερικά ύδατα. Η πιο διαδεδομένη μορφή αυτού του είδους στην Ευρώπη είναι το ψάρεμα με κοινό καλάμι, το οποίο ο ψαράς κρατάει μέσα σε βάρκα. Τα σύνεργα είναι τα απλούστερα: ένα καλάμι, ένα αρμίδι με ένα ή δύο αγκίστρια και μολυβήθρες, και μια σημαδουρίτσα δεμένη στο νήμα, που όταν βυθίζεται ή γέρνει, δείχνει ότι το ψάρι έχει τσιμπήσει. Ακολουθεί το αγκίστρωμα με τίναγμα του καλαμιού, που κάνει τη μύτη του αγκιστριού να σφηνωθεί στο στόμα ή στο λαρύγγι του ψαριού. Σε όλες τις χώρες του κόσμου είναι διαδεδομένη και η α. με πεταχτάρι που κρέμεται από το καλάμι, σε εσωτερικά ύδατα, για σαρκοβόρα ψάρια, λούτσους, τούρνες, πέστροφες και πέρκες του γλυκού νερού. Για το ψάρεμα αυτό χρησιμοποιείται καλάμι, κατά κανόνα κοντό, μπαμπού, ατσάλι ή άλλο υλικό εφοδιασμένο με κουβαρίστρα όπου τυλίγεται το μονό συνθετικό νήμα. To δόλωμα, φυσικό, τεχνητό ή και χρωμοκινητικό (κουταλάκι), εκσφενδονίζεται μακριά καιεπαναφέρεται με το τύλιγμα του νήματος στην κουβαρίστρα. Σε ό,τι αφορά τα δολώματα, υπάρχουν συνεχώς προσθήκες: λαστιχένια ή πλαστικά ψάρια, ειδικές τεχνητές μύγες -κουταλάκια κ.ά. Οι κουβαρίστρες, διαφόρων τύπων, διακρίνονται στις περιστρεφόμενες, οι οποίες χρησιμοποιούνται κυρίως στην Αγγλία και την Αμερική και είναι κατάλληλες για βαριά αρματωσιά, και σε ακίνητες, όπου το νήμα δεν τυλίγεται με περιστροφή της κουβαρίστρας, αλλά με τροχαλία που το τυλίγει γύρω από την ίδια την κουβαρίστρα και είναι κατάλληλη για μέση, ελαφριά και υπέρ-ελαφριά εκσφενδόνιση. Η τελειοποίηση στην αθλητική α. με καλάμι συνδέεται με την τεχνητή μύγα.Αυτό το είδος έχει επινοηθεί για την αλίευση ψαριών που τρέφονται με έντομα στην επιφάνεια του νερού. Το δόλωμα, που αποτελεί απομίμηση εντόμων ή νυμφών εντόμων, είναι από μετάξι, μαλλί και φτερά. Επειδή είναι ελαφρύ, δεν επιτρέπει μεγάλη εκσφενδόνιση και γι’ αυτό χρησιμοποιείται ειδική αρματωσιά από πολλά μετάξινα νήματα πλεγμένα σφιχτά, μήκους περίπου δεκαπέντε μέτρων, προς το ένα άκρο της σε σχήμα ατράκτου. Το σχήμα αυτό επιτρέπει τη χρήση της αρματωσιάς ως μαστίγιου και συνεπώς την εκσφενδόνιση του δολώματος μακριά χωρίς βαρίδι. Μόλις το δόλωμα πέσει στο νερό, προσελκύει το ψάρι, που ξεγελιέται από την ομοιότητα με τα έντομα που συνήθως αποτελούν την τροφή του και το αρπάζει βγαίνοντας στην επιφάνεια. Η αρματωσιά αυτή μπορεί ακόμα να έχει διπλή άτρακτο και συνεπώς διπλάσιο μήκος. Γενικά, οι ατρακτοειδείς ορμιές διακρίνονται στους εξής τύπους:1) μονής ατράκτου, 2) διπλής ατράκτου, 3) διπλής αποκεντρωτικής ατράκτου (για γρήγορη και μακρινή εκσφενδόνιση), 4) ομοιόμορφης τομής. Για το ψάρεμα με μύγα, το καλάμι πρέπει να διαθέτει τέλεια αναλογία μεταξύ των στοιχείων που το αποτελούν: η αρματωσιά πρέπει να είναι ανάλογη με το καλάμι και η κουβαρίστρα, με περιστρεφόμενο τύμπανο που έχει προσαρμοστεί κάτω από τη λαβή, πρέπει να ισορροπεί τέλεια τόσο το βάρος όσο και την ενέργεια του καλαμιού και της αρματωσιάς. Το σχήμα της μύγας που χρησιμοποιείται για δόλωμα της επιτρέπει είτε να επιπλέει είτε να βυθίζεται. To ψάρεμα γίνεται με κίνηση μαστίγωσης, αφού ο ψαράς τραβήξει από την κουβαρίστρα το νήμα που χρειάζεται για να φτάσει το δόλωμα στο επιθυμητό σημείο. Με διάφορες μεθόδους εκσφενδόνισης, το ειδικό αυτό σύστημα α. προσαρμόζεται στις ποικίλες απαιτήσεις του περιβάλλοντος, όπως είναι η κατανίκηση της δύναμης του αντίθετου ανέμου, η αποφυγή εμποδίων στα νώτα κλπ.· γι’ αυτό τον λόγο το ψάρεμα αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, σε συνδυασμό και με την απαραίτητη επιδεξιότητα στον χειρισμό των εργαλείων. βιομηχανική ή μεγάλη α.Ο αλιευτικός πλούτος των θαλασσών, που εξακολουθεί να θεωρείται ανεξάντλητος, αποτελεί την κυριότερη πηγή διατροφής για πολλούς ναυτικούς λαούς. Τα αλιευτικά προϊόντα αποτελούν ουσιαστικό στοιχείο της οικονομίας μερικών κρατών, ακόμα και των προηγμένων. Η α. υπήρξε ουσιαστική δραστηριότητα για τους προϊστορικούς λαούς, σε ίση μοίρα με το κυνήγι. Όταν το κυνήγι έχασε τη σημασία του με τη βαθμιαία ανάπτυξη της κτηνοτροφίας και της γεωργίας, η α. εξακολούθησε να είναι από τις κύριες δραστηριότητες των λαών που μπορούσαν να επιδοθούν σε αυτήν, εξαιτίας της γεωγραφικής θέσης τους. Στην ιστορία της Δύσης σημαντική θέση ως ψαράδες και έμποροι κατέχουν οι Φοίνικες, οι οποίοι εφάρμοσαν τεχνικές βελτίωσης της α. και της συντήρησης των ψαριών με αλάτισμα, οργάνωσαν σταθμούς επεξεργασίας των ψαριών και χρησιμοποίησαν τα πλοία τους, τα καλύτερα της εποχής, για τη μεταφορά ψαριών σε όλες τις χώρες της Μεσογείου. Αλλά και οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν την α. αρκετά επικερδή δραστηριότητα και γι’ αυτό είχαν εγκαταστήσει σε κατάλληλα σημεία, όπως ήταν το Βυζάντιο και η Σινώπη, σταθμούς για το πάστωμα των ψαριών. Στην Ανατολή, εντατική α. και εμπόριο αποξηραμένων ή παστών ψαριών ασκούσαν οι Κινέζοι των παραθαλάσσιων περιοχών· τα ψάρια αποτελούσαν αντικείμενο μεγάλου εσωτερικού εμπορίου και αξιόλογου ανταλλακτικού εμπορίου με τον Νότο. Στην Ανατολή εμφανίζονται περισσότερο από οπουδήποτε αλλού τα ευφυέστερα και τελειότερα συστήματα εντατικής α., από τα δίχτυα ποικίλου τύπου και προορισμού έως τα συστήματα με ορμιά για το ψάρεμα χελιών. Οι Ιάπωνες, μετά τους Κινέζους, τελειοποίησαν όλα τα συστήματα α. και τους αντικατέστησαν σιγά σιγά στο εμπόριο αλιευμάτων σε ολόκληρη τη ΝΑ Ασία. Κατά τον Μεσαίωνα, η οργάνωση της α. στον Ατλαντικό ήταν ήδη αξιόλογη. Δανοί, Γερμανοί και Σουηδοί διεκδικούσαν, κάποτε και με τα όπλα, το δικαίωμα να ψαρεύουν ρέγκες και μουρούνες στα αλιευτικά πεδία (ψαρόμπαγκους) που προσφέρονταν για εκμετάλλευση με τα ναυτικά μέσα εκείνων των χρόνων. Οι συγκρούσεις μεταξύ ψαράδων διαφορετικής εθνικότητας, αλλά ακόμα και ομοεθνών, δημιούργησαν την ανάγκη σύναψης συμφωνιών μεταξύ οργανώσεων και εθνών. Το 1410 ένας σκανδιναβικός νόμος καθόρισε τις θεμελιώδεις αρχές της ελεύθερης α. και τους όρους άσκησής της, έτσι ώστε να αποφεύγονται στο μέλλον οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ ψαράδων. Το εμπόριο παστών ψαριών, και ιδιαίτερα της ρέγκας, ήταν σημαντικό την εποχή εκείνη. Οι πόλεμοι και οι λιμοί είχαν οδηγήσει στην έλλειψη επάρκειας των γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων· σε αυτές τις περιόδους η κεντρική Ευρώπη είχε υψηλή ζήτηση αποξηραμένων και παστών ψαριών, για την αντικατάσταση του κρέατος και των αγροτικών προϊόντων που σπάνιζαν. Η βιομηχανική α. αποσκοπεί στη συλλογή ψαριών που ζουν ομαδικά (τόνοι, σκουμπριά, σαρδέλες, ρέγκες, αντσούγιες), ψαριών που ζουν μόνιμα σε αποικίες, όπως ο γάδος (μπακαλιάρος), και τέλος ψαριών και καρκινοειδών διαφόρων ειδών που συγκεντρώνονται σε ζώνες σχετικά περιορισμένες: ψάρια βυθού, γαρίδες, μουρούνες κλπ. Από τα ψάρια που αποτελούν αντικείμενο εντατικής α. ιδιαίτερη αξία έχουν οι γάδοι και οι ρέγκες. Το ψάρεμα των σκουμπριών και της σαρδέλας γίνεται από ειδικευμένους Πορτογάλους ψαράδες και σε κάπως μικρότερη κλίμακα από Ισπανούς. Οι Πορτογάλοι διαθέτουν τελειοποιημένες εγκαταστάσεις επεξεργασίας και κονσερβοποίησης των αλιευμάτων. Μεγάλη ωκεάνια α. διεξάγουν ιαπωνικοί, ρωσικοί, βορειοαμερικανικοί και αγγλικοί οργανισμοί, ενώ οι Σκανδιναβοί με τους αλιευτικούς στολίσκους μέσου εκτοπίσματος εξακολουθούν μέχρι σήμερα να επιδίδονται με σημαντικά κέρδη στην α. του γάδου στις βόρειες θάλασσες, κοντά στη Γροιλανδία και τη Νέα Γη, και της ρέγκας στη Βόρεια θάλασσα και τον Ατλαντικό. Παλαιότερα, η επεξεργασία των αλιευμάτων της βιομηχανικής α. γινόταν στην ξηρά και γι’ αυτό τον σκοπό είχαν οργανωθεί σταθμοί στις νορβηγικές, ολλανδικές, γερμανικές και σκοτικές ακτές. Σήμερα, τους αλιευτικούς στολίσκους συνοδεύουν πλοία με ειδικό εξοπλισμό για την επεξεργασία των αλιευτικών προϊόντων κατά τον πλου. Αυτό επιτρέπει, μεταξύ άλλων, τη συνέχιση της α. για αρκετά μεγάλη χρονική περίοδο. Αμερικανοί, Ρώσοι, Ιάπωνες και Άγγλοι έχουν ναυπηγήσει μέσα σε λίγα χρόνια δεκάδες μεγάλα σκάφη με εξοπλισμό για ωκεάνια α. Τα σύγχρονα συστήματα κατάψυξης στα μεγάλα ωκεάνια αλιευτικά επιτρέπουν σημαντική παράταση της αλιευτικής περιόδου και μεγάλη ανάπτυξη του εμπορίου αλιευτικών προϊόντων του ωκεανού μέσα σε συνθήκες τέλειες για την κατανάλωση. Δίπλα στην ωκεάνια α., που είναι οργανωμένη με βάση μεγάλα και υπερσύγχρονα μέσα, εξακολουθεί να υπάρχει η μέση α., που διεξάγεται με αλιευτικά μικρού εκτοπίσματος, καθώς και η παράκτια α., που λαθεμένα χαρακτηρίζεται ως αλιεία ανοιχτής θάλασσας. Τα ψάρια που αλιεύονται με την παράκτια α., εκτός από τα κλουποειδή (σαρδέλες, γαύροι, φρίσες, μαρίδες), ανήκουν σε είδη που μένουν σε ορισμένα σημεία του βυθού ή κάνουν μικρές μετακινήσεις. Τα νωπά αλιεύματα μεταφέρονται κάθε μέρα ή κατά περιόδους στην ξηρά και διοχετεύονται αμέσως στην αγορά. Όμως, τα σύγχρονα μέσα κατάψυξης, που είναι δυνατόν να εγκατασταθούν ακόμα και σε πλοία μέσου και μικρού εκτοπίσματος, υποβοηθούν τη συνεχή εμπορική και βιομηχανική εξέλιξη της παράκτιας α. Στην Ελλάδα, όπως και σχεδόν σε όλο τον κόσμο, εξακολουθεί να είναι πολύ διαδεδομένη η παράκτια α., με μικρά σκάφη διαφόρων τύπων, σχεδόν όλα μηχανοκίνητα, που ψαρεύουν με δίχτυα. Γενικά, τα δίχτυα διακρίνονται σε απλά και μανωμένα. Τα απλά ή απλάδια έχουν μάτι 3-4εκ. στο κάτω μέρος τους έχουν μολύβια και στο πάνω φελλούς. Τα μανωμένα ή μανωτά είναι δίχτυα σύνθετα, που αποτελούνται από δύο ή τρία παράλληλα φύλλα: δύο με όμοια μεγάλα μάτια (τα μανά) και ένα τρίτο ανάμεσά τους με μικρά μάτια (το πανί). Ειδικά δίχτυα χρησιμοποιούνται για τα σκυλόψαρα (σκυλόδιχτα) ή για τους αστακούς (αστακόδιχτα). Γενικά, υπάρχει μεγάλη ποικιλία διχτυών, που χρησιμοποιούνται ανάλογα με την εποχή και το είδος των ψαριών. Τα δίχτυα διακρίνονται επίσης σε ακίνητα, που οι ψαράδες τα ρίχνουν κατακόρυφα σε περάσματα ψαριών, και συρόμενα. Από τα συρόμενα γνωστότερο είναι η αποκαλούμενη τράτα ή γρίπος, που αποτελείται από τον σάκο, τις μπάντες και τα σχοινιά. Ο σάκος είναι από δίχτυ με ψιλό μάτι· συνέχειά του, από τη μια και από την άλλη πλευρά του στομίου, είναι δύο παράλληλα δίχτυα, οι μπάντες ή φτερούγες: προορισμός τους είναι να κατευθύνουν τα ψάρια προς το στόμιο του σάκου με το τράβηγμα της τράτας. Η τράτα (έτσι λέγεται και το σκάφος που τη σέρνει) λεγόταν παλαιότερα ανεμότρατα, γιατί την έσερναν δύο σκάφη με πανιά, σήμερα ονομάζεται μηχανότρατα και την σέρνει ένα μηχανοκίνητο σκάφος. Η μηχανότρατα είναι πολύ αποδοτικό μέσο, αλλά και επικίνδυνο, γιατί καταστρέφει τον γόνο. Αυτός είναι και o λόγος που η α. με μηχανότρατα απαγορεύεται κοντά στις ακτές για ορισμένη περίοδο. Εξίσου σημαντικό μέσο με τη μηχανότρατα είναι και το γρι-γρι, κυκλικό δίχτυ για αφρόψαρα (γαύρους, σαρδέλες, γόπες, φρίσες, κολιούς, παλαμίδες)· έχει μάκρος 280-350 οργιές και ύψος 35-40 μ. Στο πάνω μέρος έχει φελλούς και στο κάτω μολύβια και πολλούς χαλκάδες απ’ όπου περνάει ένα γερό σχοινί. Για το ψάρεμα με γρι-γρι χρησιμοποιείται ένα μεγάλο μηχανοκίνητο σκάφος, η ψαροπούλα, που ρυμουλκεί άλλα και ρίχνει το δίχτυ. Δίπλα του έχει ένα μικρότερο σκάφος, το δευτεροκάικο, που μεταφέρει το δίχτυ, και πίσω του σέρνει δεμένες βάρκες (μικρές γαΐτες) με μια λάμπα στην πρύμη, που προορισμός τους είναι να μαζεύουν τα ψάρια με το φως. Μόλις σκοτεινιάσει, ο λαμπαδόρος, δηλαδή ο ψαράς που μένει μέσα στη βάρκα, ανάβει τη λάμπα και όταν δει πως μαζεύτηκαν αρκετά ψάρια, ειδοποιεί την ψαροπούλα να ζώσει την περιοχή με το δίχτυ. Αμέσως μετά, οι ψαράδες τραβούν με βίντσι τα κάτω σχοινιά του διχτυού, που μεταβάλλεται έτσι σε σάκο. Η μηχανότρατα και το γρι-γρι αποτελούν τη σπονδυλική στήλη της ελληνικής α. Ο ελληνικός αλιευτικός στόλος διαθέτει και σκάφη υπερπόντιας α. που ψαρεύουν κυρίως στα αλιευτικά πεδία της ΒΔ Αφρικής. Η μεγάλη α. χρησιμοποιεί δίχτυα και για το ψάρεμα των τόνων. Τα δίχτυα αυτά, που κατασκευάζονται και τοποθετούνται με ιδιαίτερα κριτήρια για κάθε περίπτωση, είναι στάσιμα και ονομάζονται τονάρες. Αποτελούνται από σύστημα κατακόρυφων διχτυών, που έχουν σκοπό να κατευθύνουν τους τόνους προς τον λεγόμενο θάλαμο θανάτου, έναν πελώριο θάλαμο με τοιχώματα από γερά δίχτυα που φτάνουν έως την επιφάνεια της θάλασσας και δάπεδο κινητό προς τα πάνω που αποτελείται από ξεχωριστό δίχτυ. Στο πάνω μέρος αυτού του θαλάμου, οι ψαράδες σκύβουν για να πιάσουν με καμάκια και αρπάγες τους τόνους που τους σπρώχνει στην επιφάνεια το κινητό δάπεδο του θαλάμου του θανάτου. Το ψάρεμα των τόνων με τις τονάρες γίνεται περιοδικά, δηλαδή την εποχή της μετανάστευσης, που ανάλογα με την περιοχή κυμαίνεται μεταξύ Ιουνίου και Σεπτεμβρίου. Δραστηριότητα που μπορεί να θεωρηθεί αλιευτική είναι και το κυνήγι της φάλαινας και γενικά των μεγάλων κητών. Γίνεται με στολίσκους ειδικών σκαφών που έχουν εξοπλιστεί με μικρό κανόνι για την εκσφενδόνιση του καμακιού. Στο παρελθόν, το κυνήγι κητών γινόταν με ειδικά πλοιάρια (τις λεγόμενες φαλαινίδες), τα οποία μεταφέρονταν στη ζώνη του κυνηγιού από βοηθητικά σκάφη. Οι ψαράδες χτυπούσαν τα κήτη με καμάκια που έριχναν με το χέρι. Η επεξεργασία του αλιεύματος γινόταν στα βοηθητικά σκάφη και συχνότερα σε σταθμούς στην ξηρά. Σήμερα, οι φαλαινοθηρικοί στολίσκοι αποτελούνται από ομάδες ταχυκίνητων σκαφών που ασχολούνται με το κυνήγι, καθώς και από ένα έως δύο σκάφη-εργοστάσια που αναλαμβάνουν την επεξεργασία του κήτους. Έτσι, το κυνήγι μπορεί να παραταθεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και σε ζώνες πιο μακρινές και λιγότερο πατημένες. Το κυνήγι της φάλαινας, όπως και η α. ρέγκας και μπακαλιάρου, ρυθμίζονται από διεθνείς συμβάσεις για την αποφυγή εξόντωσης των ειδών αυτών. Οι μελέτες για τον εκσυγχρονισμό των βιομηχανικών συστημάτων α. αποβλέπουν στη μεγαλύτερη αυτονομία των αλιευτικών σκαφών, στη βελτίωση των εγκαταστάσεων επεξεργασίας και κονσερβοποίησης κατά τον πλου, στην τελειοποίηση των αλιευτικών εργαλείων, όπως π.χ. αντικατάσταση του λινού και βαμβακερού νήματος των διχτυών με σύγχρονα συνθετικά νήματα. εθνολογία.Η εξέταση της α. στους πρωτόγονους λαούς πρέπει να μην περιορίζεται μόνο στα ψάρια, αλλά να επεκτείνεται και στη συλλογή οποιουδήποτε άλλου θαλάσσιου οργανισμού, ανεξάρτητα αν πρόκειται για θηλαστικά (κητώδη), ερπετά (χελώνες), μαλάκια (χταπόδια, στρείδια κλπ.) ή καρκινοειδή (καβούρια, γαρίδες κλπ.). Οι διάφοροι τρόποι α. που περιγράφονται εδώ έχουν ταξινομηθεί από τον Ελβετό εθνολόγο και εξερευνητή Ζορζ Αλεζί Μονταντόν. α. με το χέρι: Σε αυτήν επιδίδονται οι πρωτόγονοι λαοί· είναι αποδοτική, απαιτεί όμως σβελτάδα και εξάσκηση, και σήμερα είναι διαδεδομένη στην Αυστραλία και στην Παπουασία. α. με ρόπαλο: Χαρακτηριστική των κατοίκων της Πολυνησίας· περικυκλώνουν το κοπάδι των ψαριών και το οδηγούν προς την ακτή, προσελκύουν τα ψάρια προς την επιφάνεια με το φως δάδας και, τέλος, τα σκοτώνουν χτυπώντας τα με ρόπαλα. α. με ακόντιο: Προέρχεται κατευθείαν από την τεχνική του κυνηγιού και το όπλο (ένα μακρύ ακόντιο) είναι το ίδιο που χρησιμοποιείται για τα χερσαία θηράματα (Αυστραλία). Από την προηγούμενη προέρχεται η α. με καμάκι, όταν το ακόντιο έχει νύχια κατάλληλα να συγκρατήσουν τη λεία· είναι διαδεδομένη στους λαούς των αρκτικών περιοχών (Εσκιμώοι, Αλεούτιοι κλπ.) και στους Αΐνου. α. με τόξο: Είναι διαδεδομένη ειδικά στους Ανταμάνιους, που πιάνουν τις θαλάσσιες χελώνες, αφού πρώτα τις χτυπήσουν στο ένα μάτι με βέλος. α. με γάντζο: Έτσι ψαρεύουν οι σιβηριανοί λαοί μέσα από τρύπες που ανοίγουν στον πάγο και στις οποίες χώνουν ένα κοντάρι με γάντζο στην άκρη του. α. με αγκίστρι: Το πιο πρωτόγονο αγκίστρι είναι ένα απλό ίσιο ραβδάκι, συχνά δεμένο κάθετα προς την ορμιά (άνω παλαιολιθική περίοδος), από κόκαλο ή πυριτόλιθο, ή μπορεί να είναι και κυρτό ή με εγκοπές σαν δόντια. Το αγκίστρι μπορεί να χρησιμοποιείται με δόλωμα ή να έχει εμφάνιση που να προσελκύει μόνο του το ψάρι, όπως συμβαίνει στα τυπικά αγκίστρια των Πολυνησίων, που γίνονται από κομμάτια ιριδιζόντων οστράκων. α. με ιστό αράχνης: Ο τρόπος αυτός χρησιμοποιείται στην Ινδονησία και την Ωκεανία· τα ψάρια πιάνονται με ένα πολύ γερό νήμα αράχνης που ιριδίζει, είναι ανθεκτικό στο νερό και παράγεται από αραχνίδιο της περιοχής· στην περίπτωση αυτή η αρματωσιά είναι συχνά δεμένη σ’ έναν χαρταετό από φοινικόφυλλα. Στη Μελανησία, ψαρεύουν επίσης με θηλιά που προσαρμόζεται στην άκρη κονταριού. Σε όλες τις περιοχές του κόσμου ψαρεύουν με δίχτυα, κιούρτους και ιχθυοφράκτες. Τέτοιους φράχτες χρησιμοποιούν οι Αΐνου για να πιάνουν τα ψάρια που δεν καταφέρνουν να πηδήξουν και να ανέβουν έναν καταρράχτη. Συνηθισμένο στην Άπω Ανατολή είναι το ψάρεμα με κορμοράνο, ένα υδρόβιο πουλί που το εμποδίζουν να καταπιεί το ψάρι σφίγγοντάς του τον λαιμό με έναν δακτύλιο. Εκτός από τον κορμοράνο, χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό βίδρες και γυμνασμένοι σκύλοι. Αρκετά διαδεδομένο στους πρωτόγονους λαούς είναι το ψάρεμα με δηλητήριο (φλόμο), στο οποίο επιδίδονται μεταξύ άλλων και οι πληθυσμοί της Αμαζονίας: μέσα στο νερό των ποταμών βάζουν φυτικές ουσίες ικανές να δηλητηριάσουν ή να ναρκώσουν τα ψάρια, τα οποία πιάνουν κατόπιν με το χέρι. υποβρύχιο ψάρεμα.Είναι η αναζήτηση και θήρευση σε κατάδυση (με άπνοια ή με αναπνευστική συσκευή) διαφόρων ειδών της θαλάσσιας πανίδας, για σκοπούς κυρίως αθλητικούς και επιστημονικούς. Γίνεται με ένα ειδικό τουφέκι, το οποίο με ελατήριο, λάστιχο ή πεπιεσμένο αέρα εκτοξεύει ένα βέλος ή καμάκι προσαρμοσμένο σε μεταλλική ράβδο και συνδεδεμένο στο τουφέκι με νήμα. Άλλα σύνεργα που είναι απαραίτητα στο υποβρύχιο ψάρεμα είναι: μάσκα ή γυαλιά που διαθέτουν σταθερό ή κινητό αναπνευστικό σωλήνα, λαστιχένια πτερύγια για τα πόδια (βατραχοπέδιλα) και γάντια, στολή για κατάδυση μακράς διάρκειας σε ψυχρά νερά, ζώνη με βαρίδια για ταχύτερη κατάδυση, μικρό εξάρτημα που σφίγγει τη μύτη για να παρεμποδίζει τη ρινική αναπνοή, μαχαίρι για την ανάδυση, σε περίπτωση που ένα μεγάλο θήραμα παρασύρει τον ψαρά ή μπερδευτεί το νήμα, μακρύς ατσαλένιος γάντζος για να πιάνει ο κυνηγός το ψάρι όταν το χτυπήσει μέσα στη φωλιά του, κρέμαστρο όπου περνάνε τα ψάρια, υποβρύχιο ηλεκτρικό φανάρι για νυχτερινή ανίχνευση, καθώς επίσης και για φωτισμό του εσωτερικού τωνκοιλοτήτων στους βράχους. Το υποβρύχιο ψάρεμα είναι σχετικά νέο σπορ. Στην Ελλάδα, η διάδοσή του άρχισε αμέσως μετά τον B’ Παγκόσμιο πόλεμο. Στο αθλητικό υποβρύχιο ψάρεμα επιτρέπεται κατάδυση μόνο με άπνοια ή ελεύθερη κατάδυση. Οι αγώνες διαρκούν από 4 και 8 ώρες την ημέρα και συμμετέχουν μεμονωμένοι ψαροκυνηγοί ή ομάδες. Η βαθμολογία και η κατάταξη καθορίζονται από το βάρος και το είδος των θηραμάτων, βάσει ενός ειδικού πίνακα. Στη χώρα μας, το υποβρύχιο ψάρεμα ελέγχεται από την Ελληνική Ομοσπονδία Υποβρύχιας Δραστηριότητας και Αλιείας, που είναι μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ερασιτεχνικής Αλιείας (FIPS) και της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας Υποβρύχιας Δραστηριότητας (FMAS). Οι πρώτοι αγώνες υποβρύχιου κυνηγιού και κατάδυσης μέγιστου βάθους οργανώθηκαν το 1956 στην Ψυττάλεια. Η κατάδυση με αναπνευστική συσκευή γίνεται επίσης για επιστημονικές και αρχαιολογικές έρευνες, καθώς και για υποβρύχια φωτογράφηση με εμπορικό σκοπό (ανεύρεση ναυαγίων, α. κοραλλιών, σφουγγαριών κλπ.). Οι αναπνευστικές συσκευές με αντλία από σκάφος, με μικρότερη δηλαδή αυτονομία, προσφέρονται για καταδύσεις σε μεγάλο βάθος, μέχρι 100 και πλέον μέτρα, ενώ οι αυτοτελείς αναπνευστικές συσκευές έχουν μέγιστο όριο κατάδυσης όχι μεγαλύτερο από 20 μ. Γι’ αυτό, οι ερευνητικές εργασίες διεξάγονται πάντα με τον πρώτο τύπο αναπνευστήρα. Αντίθετα, ο δεύτερος τύπος χρησιμοποιείται για στρατιωτική δράση με ειδικά γυμνασμένα υποβρύχια αποσπάσματα (τους λεγόμενους βατραχανθρώπους), επειδή έχει μεγαλύτερη αυτονομία, πιάνει μικρότερο χώρο και, το κυριότερο, δεν αφήνει ίχνη, δηλαδή πλήθος φυσαλίδων, που είναι και το χαρακτηριστικό γνώρισμα των αναπνευστικών συσκευών με αντλία. Ψάρεμα στη θάλασσα από την ακρογιαλιά (φωτ. Igda). Ψάρεμα στο πέλαγος· για κάθε σύστημα αλιείας απαιτείται ξεχωριστός τύπος καλαμιού και κουβαρίστρας (φωτ. Annunziata). Ψάρεμα πέστροφας σε χείμαρρο (φωτ. Annunziata). Οι Ινδονήσιοι θεωρούνται άριστοι ψαράδες παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιούν παραδοσιακές αλιευτικές μεθόδους, όπως αυτή με την οποία επισημαίνεται η παρουσία ψαριών σε αβαθή νερά. Το ψάρεμα με το καλαμίδι είναι η πιο διαδεδομένη μέθοδος ερασιτεχνικής αλιείας στην Ελλάδα (φωτ. Κ. Ραφαηλίδη). Το ψάρεμα με το γρι-γρι γίνεται τη νύχτα, λίγες μέρες πριν και λιγότερες μετά την πανσέληνο, ξεκινώντας το σούρουπο (φωτ. Δ. Χαρισιάδη). Ένα γραφικό ψαράδικο χωριό της Σουηδίας, στην οποία η νομοθεσία απαγορεύει ρητά την οικοδόμηση πολυώροφων σπιτιών στις ακτές της θάλασσας και στις όχθες των λιμνών. Το ψάρεμα με το καλαμίδι είναι η πιο διαδεδομένη μέθοδος ερασιτεχνικής αλιείας στην Ελλάδα (φωτ. Κ. Ραφαηλίδη). Ψαρόβαρκες σε ελληνικό νησί· η αλιεία αποτελεί μέσο βιοπορισμού για κατοίκους πολλών νησιών του Αιγαίου. Κατεργασία ψαριών σε ειδικό μεγάλο εργοστάσιο του Ρέικιαβικ, πρωτεύουσας της Ισλανδίας, όπου η αλιεία αποτελεί βασικό πλουτοπαραγωγικό πόρο. Ψαράδες του Τμπόρεν της Δανίας, χώρα στην οποία η βιομηχανική αλιεία, η βιομηχανία και το εμπόριο κατεψυγμένων ψαριών αποτελούν σημαντικότατους πόρους της οικονομίας (φωτ. Zuccoli). Αλιεία κεφάλου στην πολιτεία Αλαγκόας της Βραζιλίας (φωτ. Dimiz). Αλιεία τόνου: το ειδικό δίχτυ που περιβάλλει τον «θάλαμο θανάτου» μιας τονάρας αρχίζει να σηκώνεται· οι τόνοι, αιχμαλωτισμένοι, θα αναγκαστούν να βγουν στην επιφάνεια, όπου τους πιάνουν (φωτ. Costa). Ψάρεμα με αγκίστρι σε λίμνη της Σουηδίας. Αποξήρανση ψαριών στο Σκέρχαμν, λίγο βορειότερα από το Γκέτεμποργκ. Στην αλιεία με τράτα, η «καλάδα» συγκεντρώνει αδιάκριτα όλη τη θαλάσσια πανίδα μιας περιοχής (φωτ. «Νικόλαος Κ.»). Μηχανοκίνητη πιρόγα συλλογής των αλιευμάτων «β’ ποιότητας» (φωτ. «Νικόλαος Κ.»). Οι Ινδονήσιοι θεωρούνται άριστοι ψαράδες παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιούν παραδοσιακές αλιευτικές μεθόδους, όπως αυτή με την οποία επισημαίνεται η παρουσία ψαριών σε αβαθή νερά. Ελληνικό αλιευτικό πλοίο στις θάλασσες της Σενεγάλης (φωτ. «Νικόλας Κ.»). Αλιεία κεφάλου στην πολιτεία Αλαγκόας της Βραζιλίας (φωτ. Dimiz). Αριστερά (1, 2, 3), κόμποι και τρόποι δεσίματος ορμιάς με το αγκίστρι· δεξιά (4, 5, 6), κόμποι για το δέσιμο δύο κομματιών ορμιάς.
* * *
η (Α ἁλιεία)
1. η άγρα ιχθύων, το ψάρεμα
2. η αλιευτική τέχνη, ψαρική
νεοελλ.
1. αναζήτηση, άγρα, περισυλλογή θαλασσινών ειδών
2. (Νομ.) α) το απεριόριστο και ελεύθερο ψάρεμα σε ανοιχτές θάλασσες, ακτές, καθώς και σε γλυκά και υφάλμυρα νερά
β) το αποκλειστικό δικαίωμα τών υπηκόων ενός κράτους να ψαρεύουν ελεύθερα μέσα στα χωρικά ύδατα τού κράτους τους, τηρώντας τους σχετικούς νόμους και διατάξεις.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ουσ. ἁλιεύς ή ρ. ἁλιεύω].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἁλιεία — ἁλιείᾱ , ἁλίειος fisher s fem nom/voc/acc dual ἁλιείᾱ , ἁλίειος fisher s fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἁλιείᾱ , ἁλιεία fishing fem nom/voc/acc dual ἁλιείᾱ , ἁλιεία fishing fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλιείᾳ — ἁλιείᾱͅ , ἁλίειος fisher s fem dat sg (attic doric aeolic) ἁλιείᾱͅ , ἁλιεία fishing fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλιεῖα — festival of the Sun neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλίεια — festival of the Sun neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλιεία — η 1. το ψάρεμα ψαριών ή άλλων θαλασσινών (σφουγγαριών, κοραλλιών κτλ.): Η αλιεία γίνεται κυρίως με αγκίστρια και με δίχτυα. 2. μτφ., προσπάθεια προσέλκυσης: Γυρίζει στα χωριά για αλιεία ψήφων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἁλίεια — ἁλίειος fisher s neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλιείας — ἁλιείᾱς , ἁλίειος fisher s fem acc pl ἁλιείᾱς , ἁλίειος fisher s fem gen sg (attic doric aeolic) ἁλιείᾱς , ἁλιεία fishing fem acc pl ἁλιείᾱς , ἁλιεία fishing fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλιείαν — ἁλιείᾱν , ἁλίειος fisher s fem acc sg (attic doric aeolic) ἁλιείᾱν , ἁλιεία fishing fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • Νορβηγία — Κράτος της βόρειας Ευρώπης, στη Σκανδιναβία. Συνορεύει Α με τη Σουηδία, ΒΑ με τη Φινλανδία και τη Ρωσία, Β βρέχεται από τη θάλασσα Μπάρεντς και Δ από τον Ατλαντικό ωκεανό.H Ν. (της οποίας η ονομασία, Nόργκε ή Nοργκ σημαίνει δρόμος του βορρά),… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.